Πάνω στη γύρα.
Jul 03
- Θες να πάμε σινεμαδάκι σήμερα;
- Δεν μπορώ σήμερα. Έχω κανονίσει συναυλία. Από την μία έλεγα ευτυχώς μέσα μου, από την άλλη ένιωθα άσχημα.
- Τι συναυλία;
- Israel Vibration λέγονται. Reggae συγκρότημα.
- Δεν τους έχω ακουστά. Καλοί;
Άρχισα να υποψιάζομαι που το πήγαινε.
- Έτσι έχω ακούσει. Είναι από τους παλιούς του χώρου.
- Με ποιους θα πας;
Ήμουν πλέον σίγουρος που θα κατέληγε. Ήθελα να έρθει απο την μία, από την άλλη όμως δεν ήξερα αν θα μπορούσα να είμαι ο εαυτός μου αν ερχόταν.
- Τον Χ και τον Ψ.
- Να έρθω;
Δεν ήμουν σίγουρος για την απάντηση μου, αλλά ήταν άμεση.
- Έλα. Κανένα πρόβλημα.
Και όμως υπήρχε. Ήξερα τι είχαν στο μυαλό τους οι άλλοι. Διάολε, ήξερα τι είχα εγώ στο μυαλό μου. Αλλά άντε πιάσε κουβέντα για το θέμα. Δηλαδή κουβέντα πιάνεις. Την είχαμε ξανακάνει. Τώρα ήταν θέμα προθέσεων.
Γύρισα στο σαλόνι. «Και ο θεός βοηθός» σκέφτηκα.
- Ξέρεις. Εγώ δεν έχω πρόβλημα. Για τα παιδιά δεν ξέρω να σε πω την αλήθεια.
- Ε τόσο πολύ θα τους πειράξει;
- Δεν είναι αυτό.
- Ε τότε;
- Ε τώρα ξέρεις. Reggae συναυλία θα είναι.
- Ναι;
- Ε θα θέλουν να κολλήσουν κάνα χαρτί τα παιδιά. Ξέρεις τώρα.
Και ήξερε. Κατάλαβε ότι μιλούσα για μπάφους.
- Ε, εντάξει ας κάνουν . Εγώ δεν έχω πρόβλημα.
- Ναι οκ, αλλά θα είμαι και εγώ με τα παιδιά.
- Ναι και;
- Ε θα κάνω και εγώ.
Δαγκώθηκα. Δεν ήθελα να το φέρω ως τετελεσμένο γεγονός. Δεν μπορούσε να μου το απαγορέψει θεωρητικά και πρακτικά, αλλά έπρεπε να έχει μια γνώμη πάνω στο θέμα. Μίνιμουμ απαίτηση. Άσχετα τι θα αποφάσιζα εγώ να κάνω.
Μου χαμογέλασε. «Κάνε ότι θες» μου είπε. Δεν ξέρω αν ήταν συνωμοτικό ή αν απλά αποδέχονταν τους όρους μου.
Ένιωσα περίεργα. Ήξερε για το θέμα. Αλλά δεν με είχε δει ποτέ να το κάνω.
Η ώρα πέρασε. Ξεκινήσαμε. Ο διάλογος μας ήταν συνέχεια κάπου στην άκρη του μυαλού μου. Είχα μιλήσει και με τα παιδιά. Ξαφνιάστηκαν, αλλά και αυτοί με τη σειρά τους δήλωσαν cool.
Φτάσαμε. Βρεθήκαμε και έκανα τις απαραίτητες συστάσεις. Φαινομενικά όλα ήταν χαλαρά. Και ήταν. Χαλαρές κουβέντες, παλιοί γνωστοί, τις μπύρες μας κλπ.
Support οι One Drop. Παίξανε καλά. Όσο περνούσε η ώρα τόσο πλησίαζε το κανονικό live. Ήξερα οτι κάπου εκεί θα τα «σκάγαμε». Δεν είχα άγχος ή νευρικότητα. Απλά μια περίεργη αίσθηση στο στομάχι.
Όταν ξεκίνησαν οι Israel, είπαμε να χωθούμε πιο μέσα στον κόσμο. Για ευνόητους λόγους. Φαντάζομαι οτι κατάλαβε το λόγο όταν το ανέφερα.
Βρήκαμε το πόστο μας. Έκατσε λίγο μπροστά μου. Έβλεπα να ψιλοκουνιέται και να γουστάρει γενικός. «Ως εδώ καλά» σκέφτηκα.
Κάπου στο δεκάλεπτο κάποιος το έσκασε. Γύρα στη γύρα, ήρθε και στα χέρια μου ο μπάφος. Το πήρα. Δεν κοιτούσε. Είμαι σίγουρος όμως οτι η μυρωδιά δεν πέρασε απαρατήρητη. Άρχισα να το πίνω.
Το είχα πάρει απόφαση. Τουλάχιστον θα ρωτούσα. Έκανα τη τελευταία ρουφιαξιά που αναλογούσε στη γύρα μου. Τελικά χρειάστηκα άλλη μια.
«Here goes nothing», σκέφτηκα.
Τον χτύπησα λίγο στον ώμο. Δεν κατάλαβε. Πήγα λίγο πιο κοντά, χτύπησα λίγο πιο δυνατά. Γύρισε και με κοίταξε. Του έδειξα τον μπάφο.
«Μπαμπά, θες και εσύ;», τον ρώτησα.
RSS
Jul 05, 2009 @ 03:32:15
vre!kai egw pou nomiza oti milouses gia kamia gomena…hahaha…swstos,etsi prepei…o,ti mirizei…girizei…